Ο σχεδιασμός της κατοικίας βασίζεται σε βιοκλιματικές αρχές. Ο προσανατολισμός των ανοιγμάτων σε κατεύθυνση βορρά - νότου και η διαμπερής τοποθέτησή τους επιτυγχάνει φυσικό δροσισμό. Επιπροσθέτως, στον υπαίθριο χώρο και σε επαφή με το κτίριο προς το νότο δημιουργούνται πολλαπλοί σκιασμένοι χώροι για την προστασία του κελύφους από το νοτιοδυτικό ήλιο. Σ’ αυτούς τους χώρους τοποθετούνται ανεμιστήρες για την κυκλοφορία του αέρα. Στους κύριους χώρους διαβίωσης τοποθετείται ενδοδαπέδια θέρμανση με αντλία θερμότητας, που επιτρέπει και τον τεχνητό δροσισμό τους ζεστούς μήνες. Η θερμοκρασία ελέγχεται από ηλεκτρονικό σύστημα αντιστάθμισης.
Στο κτίριο εφαρμόζεται εξωτερική θερμομόνωση, πάχους 10 cm, με οργανικό επίχρισμα, ενώ ανάμεσα στις δύο στρώσεις της τοιχοποιίας δημιουργείται διάκενο, που βελτιώνει επίσης τη θερμική συμπεριφορά του κελύφους. Ταυτοχρόνως γίνεται επιμελημένη αποφυγή θερμογεφυρών από το στάδιο της μελέτης.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ: GEM ARCHITECTS
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΡΓΑΣ

2 MG 68130

 

Στο loft με βιομηχανικό στιλ στο Κίεβο τα εμφανή στοιχεία του φέροντος οργανισμού αποτελούν τη βάση του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού.
Φωτογραφία: Andrey Avdeenko

Η κουζίνα και η νησίδα από μάρμαρο με λιτές γραμμές και απαλά χρώματα αποτελούν μία αρμονική σύμπραξη σχεδιασμού, τέχνης και λειτουργικότητας.
Φωτορεαλιστική απεικόνιση: Vladyslav Sukhorukov

Τα μεγάλα γυάλινα ανοίγματα στην κατοικία Forest Aerie προσφέρουν μία αίσθηση διαφάνειας και ενοποίησης με το εξωτερικό τοπίο του δάσους.
Φωτογραφία: Adam Rouse

Μονολιθικές γήινες κατασκευές σε συνέχεια των ξερολιθιών συνθέτουν διαδοχικούς, χωριστούς κύβους που στεγάζουν τους διάφορους χώρους της κατοικίας.
Φωτογραφίες: Frederico Valsassina Arquitectos

 

Το έργο αφορά την ανακαίνιση χώρου γραφείου του Onassis Group στην Αθήνα. Βασική αρχή του σχεδιασμού ήταν η δημιουργία ενός εσωτερικού χώρου από ξύλο, ο οποίος βασίζεται σε αντιθέσεις οργανικών μορφών και καθαρών γραμμών.

Καλύπτοντας τις δύο προϋπάρχουσες, φέρουσες κολώνες από σκυρόδεμα, καθώς και τμήματα της οροφής, το κύριο στοιχείο της πρότασης είναι μία γλυπτική κατασκευή από κόντρα πλακέ σημύδας, η οποία αφορμάται μορφολογικά από την τοπογραφία του βυθού. Η ξύλινη αυτή μορφή ρέει και ξεδιπλώνεται μέσα στο χώρο του γραφείου, λειτουργώντας ως ενοποιητικό στοιχείο πάνω από το επίπεδο του ματιού. Αντιθέτως, τα έπιπλα σχεδιάστηκαν ως καθαρά, γεωμετρικά σχήματα, τα οποία εξυπηρετούν τις λειτουργικές ανάγκες του χρήστη για έναν ορισμένο χώρο εργασίας και έναν συλλογικό χώρο συνεδριάσεων.
Η διττή φύση του εσωτερικού εντείνεται και από τις διαφορετικές προσεγγίσεις, τις επιλεγμένες υλικότητες και τις μεθόδους κατασκευής που χρησιμοποιήθηκαν για τα δύο συστήματα που αποτελούν το έργο. Η μορφή της ρευστής, οργανικής κατασκευής αρχικά διερευνήθηκε μέσω πειραματισμού με πηλό και αφαιρετικού τρισδιάστατου σχεδιασμού. Η τελική μορφή αναλύθηκε αλγοριθμικά σε στρώσεις και μονάδες και κατασκευάστηκε από επιφάνειες κόντρα πλακέ σημύδας οι οποίες κόπηκαν σε, συνολικά, 751 κομμάτια με CNC. Τα έπιπλα αντιμετωπίστηκαν ως ένα λιτό σύστημα το οποίο εδράζεται στιβαρά στο έδαφος, εξυπηρετώντας τις λειτουργίες του χώρου. Η κατασκευή τους έγινε με παραδοσιακές ξυλουργικές μεθόδους και χρησιμοποιήθηκε ξυλεία σφενδάμου Αμερικής.
Ενώ τα δύο συστήματα σκόπιμα σχεδιάστηκαν και κατασκευάστηκαν σε αντιστικτική σχέση, ο χώρος αποπνέει μία ήρεμη και ζεστή ατμόσφαιρα, η οποία πηγάζει από τις διακριτικές του αντιθέσεις.

 

To νέο κτίριο της Cosmote TV αποτελεί παράδειγμα μεταμόρφωσης ενός υφιστάμενου εγκαταλειμμένου βιομηχανικού κτιρίου και μετατροπής του σε ένα υπερσύγχρονο κτίριο γραφείων και τηλεοπτικών στούντιο. Στόχος των μελετητών ήταν να μετατρέψουν αυτό το κτίριο σε ένα τοπόσημο, το οποίο στη συνέχεια θα αναζωογονήσει τη γύρω περιοχή.
Δεδομένο στοιχείο της μελέτης ήταν ο υφιστάμενος φέρων οργανισμός του κτιρίου. Με βάση τη δομή του, η οποία αποτελούνταν από τρεις ενότητες, τις οποίες και χρησιμοποίησαν οι μελετητές, οι διαφορετικές χρήσεις χωροθετήθηκαν δημιουργώντας 3 προγραμματικές ζώνες και χώρους με διαφορετικά ύψη και ποιότητες.
Στο κέντρο του κτιρίου μεταξύ των γραφείων, των τηλεοπτικών στούντιο και των τεχνικών χώρων, οργανώθηκε ένας χώρος, όπου όλα τα τμήματα και οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να συναντιούνται, κάτι σαν πλατεία μέσα σε μια πόλη.
Έτσι δημιουργήθηκε η κεντρική "πλατεία" του κτιρίου, η Plaza. Εκεί λαμβάνει χώρα η ώσμωση όλων των εργαζομένων, οι συναντήσεις και η ανταλλαγή ιδεών και πραγματοποιείται η σύλληψη του τηλεοπτικού προϊόντος. Μέσα στην Plaza κατασκευάστηκε ένα ενδιάμεσο επίπεδο (mezzanine) και μια γέφυρα, η οποία συνδέει και χωρικά τα τμήματα, τη βόρεια με τη νότια πτέρυγα, διασχίζοντας την πλατεία και προσφέροντας πανοραμική θέαση, καθώς και χώρους εργασίας, συναντήσεων και διαλείμματος.
Η γενική ιδέα της Plaza ήταν η δημιουργία μιας τεχνητής φύσης. Εκατέρωθεν της γέφυρας υπήρχαν υφιστάμενες κολόνες. Έτσι, χρησιμοποιώντας αυτές ως πηγή έμπνευσης του σχεδιασμού, οι μελετητές τις μεταγλώττισαν σε "δένδρα", τα οποία γεννιούνται από το έδαφος και οι απολήξεις των κλαδιών τους σκεπάζουν το ουρανό της πλατείας. Αυτός ο "ουρανός" αναπτύσσεται σε κυματοειδή μορφή με σκοπό να κρύψει τα βαριά μηχανολογικά και στατικά στοιχεία, που δημιουργούνται λόγω της φύσης του κτιρίου και ταυτόχρονα, έχει σκοπό να εκμεταλλευτεί το μέγιστο δυνατό ύψος του χώρου.
Ταυτόχρονα, η περιοχή αυτή της Plaza, αποτελεί χώρο εργασίας με τα περισσότερα γραφεία σε διάταξη open plan. Γι' αυτό το λόγο έπρεπε να δημιουργηθούν συνθήκες εργασίας με ακουστική άνεση, σε ένα ανοιχτό χώρο 8 m ύψους και έκτασης 1,000 m².
Έτσι, η επένδυση της οροφής έγινε με διάτρητα πανέλα, ώστε να λειτουργεί ως ακουστική οροφή, η οποία θα απορροφά τους ήχους και τους θορύβους και σε συνδυασμό με όλες τις υπόλοιπες ποιότητες των υλικών του χώρου, να δημιουργούνται οι ιδανικές συνθήκες εργασίας μέσα σε ένα συναρπαστικό χώρο.
Τέλος, άλλη μια μεγάλη πρόκληση του έργου, ήταν να μεταμορφωθεί το εξωτερικό του κτιρίου. Στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένας πόλος έλξης και αναβάθμισης για την περιοχή.
Η ιστορία του κτιρίου, πρώην εκτυπωτικού κέντρου των τηλεφωνικών καταλόγων, αποτέλεσε το βασικό στοιχείο της μεταμόρφωσης και του σχεδιασμού. Δηλαδή συνδέθηκε η παρελθoύσα χρήση με τη νέα, σαν μια συνέχεια και μετεξέλιξη μέσα στο χρόνο. Μια μεταφορά από το αναλογικό στο ψηφιακό, από το έντυπο στο ηλεκτρονικό, από το στατικό στο δυναμικό, από το μελάνι στο φως.
Το φως γίνεται στη συνέχεια αρχιτεκτονικό και συνθετικό εργαλείο, με το οποίο "χτίζονται" οι όψεις του κτιρίου. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα κέλυφος από υψηλής τεχνολογίας εφελκυόμενη μεμβράνη, η οποία αγκαλιάζει και μορφοποιεί το φως που διατρέχει το εσωτερικό του. Μεταβάλλοντας το φως, δημιουργείται ένα δυναμικό κέλυφος που ενοποιεί την εξωτερική σιλουέτα του κτιρίου, μπορεί να αλλάζει, να προβάλλει μηνύματα και να επικοινωνεί.
Παράλληλα, με βάση τα κλιματικά βάσει στοιχεία της περιοχής, υπήρχε ανάγκη για σκίαση. Έτσι, οι περιμετρικές αυτές λευκές ζώνες, αναπτύσσονται σε απόσταση από το κτίριο, δημιουργώντας περιμετρικά ηλιακά σκίαστρα, τα οποία μπλοκάρουν το πλεονάζων ηλιακό φως κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ κατά τη διάρκεια της νύχτας ακτινοβολούν.
Η όψη αποτελεί μια χορογραφία βιοκλιματικών στεγάστρων, που περιελίσσονται γύρω από το κτίριο και προβάλλουν τη φρέσκια και σύγχρονη ταυτότητα της εταιρείας και ταυτόχρονα τον επικοινωνιακό και διαδραστικό χαρακτήρα της, προσφέροντας τόσο στους εργαζομένους που το ζουν καθημερινά όσο και στους κατοίκους της γύρω περιοχής ένα συναρπαστικό και διαχρονικό κτίριο.
Ο σχεδιασμός του κτιρίου έγινε σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα περιβαλλοντικής και ενεργειακής προσέγγισης, ως προς τα υλικά, τις υποδομές και τα συστήματα λειτουργίας, αποβλέποντας σε μία κατασκευή πολύ υψηλών προδιαγραφών. Συγκεκριμένα, έγινε σύμφωνα με το διεθνώς αναγνωρισμένο σύστημα αξιολόγησης και αποτίμησης της αειφόρου δόμησης και κατασκευής LEED και έλαβε την πιστοποίηση LEED GOLD.

 

 

Η βίλα (Χ) ΚΗΙ είναι τοποθετημένη σε μια ήπια πλαγιά ελαιώνων, στη νότια Πελοπόννησο.
Το έργο αποτελείται από έναν ενιαίο κυματιστό τοίχο, ο οποίος περικλείει τις προστατευμένες αυλές, που βρίσκονται τοποθετημένες στο άκρο κάθε πτέρυγας.
Το σχήμα "Χ" της βίλας επιμερίζει το χώρο σε 4 διακριτά μέρη, προσφέροντας στην ανατολική πλευρά οπτική ηρεμία και μεταβαλλόμενη σκίαση στη διάρκεια της ημέρας. "Η βίλα ΚΗΙ", όπως λέει ο Θόδωρος Σαράντογλου Λάλης, "συνδυάζει δύο αντίρροπα στοιχεία, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται: οι αυλές προσφέρουν τη δυνατότητα στοχαστικής απομόνωσης, ενώ η δυτική πτέρυγα και η οροφή προσφέρουν άπλετη, πανοραμική θέα στη θάλασσα".
Η επιφάνεια του εξωτερικού τοίχου αποκτά κίνηση με τις τσιμεντένιες πτυχώσεις, το εύρος των οποίων μειώνεται κατά μήκος της πρόσοψης. Η τροχιά του ήλιου δημιουργεί ένα παιχνίδι με τις σκιές στη διάρκεια της ημέρας, ενώ ο κυματιστός τοίχος λειτουργεί επίσης ως σκηνικό, επάνω στο οποίο προβάλλεται η σκιά των δέντρων.
Το ύψος της οροφής του έργου καθορίστηκε από την κορυφή των ελαιόδεντρων που το αγκαλιάζουν, ενώ η εύκολα προσβάσιμη ταράτσα εξασφαλίζει πανοραμική θέα προς τη θάλασσα. Κατά την ανάπτυξή του το ύψος του περιμετρικού τοίχου ποικίλει, καθώς σταδιακά βυθίζεται στη γη μειώνοντας το ύψος της πρόσοψης στην άκρη κάθε πτέρυγας στα 1,2 μέτρα. Το χώμα της εκσκαφής ξαναχρησιμοποιήθηκε για την πιο ήπια ενσωμάτωση του έργου μέσα στο αγροτικό τοπίο.
Η δυτική πτέρυγα περιλαμβάνει τους κοινούς χώρους, μεγάλο άνοιγμα προς τη θάλασσα και τη νότια ταράτσα. Εσωτερικά, κάθε δωμάτιο επεκτείνεται προς μια βεράντα και αυλή, ενώ ο τοίχος του δωμάτιου προβάλλει προς τα έξω και αναδιπλώνεται πλαισιώνοντας μια λεμονιά. Η απουσία γωνιών και η συνέχεια του τοίχου προσφέρουν σημαντική διεύρυνση των χώρων. Οι καμπύλες των τοίχων καδράρουν τις εναλλαγές του φωτός και του χρώματος του ουρανού επιτείνοντας την παρουσία τους στον εσωτερικό χώρο.
"Η βίλα ΚΗΙ", συνεχίζει ο Θόδωρος Σαραντόγλου- Λάλης, "σχεδιάστηκε για ένα ζευγάρι συλλεκτών έργων τέχνης και συνδυάζει την τυπολογία ενός εκθεσιακού χώρου με τη μοναστηριακή αντίληψη των κλειστών εσωτερικών κήπων".
Το έργο εκτελέστηκε από τοπικούς εργολάβους, στους οποίους η LASSA πρoσέφερε την εμπειρία της σε ψηφιακό σχεδιασμό και παραγωγή. Η στρατηγική αυτή επέτρεψε την εκτός εργοταξίου παραγωγή μεγάλων δομικών κομματιών από φελιζόλ, με την τεχνική του hot-wire cutting, όπως το καλούπι για τον κυματιστό τοίχο, στοιχεία για το φωτισμό της οροφής και τμήματα της επίπλωσης, αυξάνοντας το επίπεδο των φινιρισμάτων και μειώνοντας σημαντικά τον προϋπολογισμό. Αυτός ο τρόπος οδήγησε στην ελάχιστη δυνατή χρήση βιομηχανικών δομικών υλικών, βοηθώντας παράλληλα την τοπική εφοδιαστική αλυσίδα. Η ελαφρότητα του καλουπιού διευκόλυνε τη μεταφορά του και την τοποθέτησή του από ολιγομελή ομάδα σε δυο μόνο μέρες. Μετά τη χύτευση του σκυροδέματος το καλούπι κόπηκε και ξαναχρησιμοποιήθηκε ως μονωτικό υλικό στον τοίχο και στην οροφή. Για το έργο χρησιμοποιήθηκαν ελληνικό τσιμέντο και μωσαϊκό από την ελληνική βιομηχανία μαρμάρου.

 

LC Architects is led by Natassa Lianou and Ermis Chalvatzis. Lianou and Chalvatzis are licensed architects, RIBA and ARB chartered architects in the UK. Their path is closely paralleled one another, with both graduating from the Architectural Association School of Architecture (AA) in London, receiving their MArch in Architecture and Urbanism from Design Research Laboratory - DRL (2011) with project distinction.
Prior establishing their firm, they have gained rich experience in various scale projects through their long course at Zaha Hadid Architects in London. While at ZHA they were Senior Architects and they were involved in various scale projects, from small scale products and interiors to towers, airports, stadiums and masterplans.
Some of the major and significant projects that they have worked on, while at ZHA, are the New Beijing Airport, National Art Museum of China (NAMOC), Al Wakrah Stadium in Qatar, Tokyo National Stadium, Youth Olympic Centre in Nanjing, New Mercedes-Benz , Casa Atlantica in Rio Brazil, Ordos TV Tower, Sunland Towers in Brisbane Australia etc. Moreover, Lianou and Chalvatzis have collaborated for various projects with Alisa Andrasek, Biothing and they have worked at Acconci Studio at New York City.

Ο εκθεσιακός χώρος "THE INTERMIΣΣION", βρίσκεται στην οδό Πολυδεύκους, σε μια από τις γραφικές συνοικίες του Πειραιά, ανάμεσα από παλιές αποθήκες και σιδηρουργία και αποτελείται συνολικά από 145 m². Στο ισόγειο βρίσκεται ο κεντρικός εκθεσιακός χώρος 85 m², ενώ στους δύο άλλους ορόφους του διαμορφωμένου παταριού βρίσκονται γραφεία και βοηθητικοί χώροι.
Με πρωταρχικό γνώμονα την ταυτότητα της "INTERMIΣΣION" και την έννοια του "White Box" στο χώρο της τέχνης, ο σχεδιασμός βασίζεται σε καθαρές αυστηρές γραμμές με ένα τελείως μινιμαλιστικό λευκό υπόβαθρο. Ο χώρος παραπέμπει σε έναν λευκό καμβά μελετημένο χωρίς φλύαρα αρχιτεκτονικά στοιχεία, ώστε να αναδεικνύει και να προβάλει σε πρώτο φόντο τα έργα τέχνης που φιλοξενεί.
Η αρχιτεκτονική σύνθεση έχει μελετηθεί ώστε να δημιουργήσει παράλληλα έναν σιωπηλό διάλογο μεταξύ του μοντέρνου και του παλαιού. Αυτό εμφανίζεται μέσα από στοιχεία όπως η διατήρηση της όψης στην πρωτότυπη μορφή της, καθώς και η εκατό χρόνων φωτισμένη ξύλινη στέγη, που έρχεται σε αντίθεση με τους λευκούς τοίχους με έντονες γωνίες, οι οποίες προβάλλουν από κάτω. Η επιλογή του ψυχρού γκρι πατώματος τσιμεντοκονίας, σε συνδυασμό με κάποιες έντονες πινελιές στα μπάνια ενισχύουν αυτόν το στόχο. Παρομοίως, η κατασκευή του μεταλλικού παταριού και της σκάλας από λευκή διατρητή λαμαρίνα, παρόλη την μοντέρνα μορφή της, παραπέμπει στη σύνδεση των τοπικών σιδηρουργείων, τα οποία και είχαν ενεργή συμμετοχή στην κατασκευή του έργου.
Η διακριτική αυτή αρχιτεκτονική συνομιλία αντανακλά τη μοντέρνα τέχνη, που έχει επιλέξει να στεγάζει ο συγκεκριμένος εκθεσιακός χώρος σε μια τοποθεσία με έντονη την παράδοση της περιοχής του Πειραιά.

 

 

 

Ο παρών ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies ώστε να βελτιώσει την εμπειρία περιήγησης.