Στο εστιατόριο – παντοπωλείο του "Ergon House", στην καρδιά της Αθήνας, ένας τυφλός τοίχος μετατρέπεται σε κατακόρυφη νησίδα πρασίνου. Το αίθριο διαμορφώνεται μεταξύ της τετραώροφης προσθήκης της δεκαετίας του '90 και της διώροφης διατηρητέας πρόσοψης. Στην εσωτερική αυλή, που είναι πλακοστρωμένη με τσιμεντότουβλα, κυριαρχούν η κεντρική ελιά και ο κατακόρυφος κήπος με τα φρέσκα λαχανικά.
Φωτογραφίες: Ιωάννα Ρουφοπούλου

 KTIRIO USP ERGONHOUSE 01

Η κατοικία Casa Biblioteca χωροθετείται σε μια δασική περιοχή, στο Σάο Πάολο Βραζιλίας. Η οροφή της αποτελείται από μια ορθογωνική πλάκα σκυροδέματος, πάχους 15 cm, η οποία στηρίζεται σε 8 υποστυλώματα. Το δάπεδο του εξωτερικού χώρου διαμορφώνεται με λεπτές ξύλινες σανίδες, ενώ περιμετρικά οργανώνεται με υγρό στοιχείο. Οι αρχιτέκτονες αξιοποίησαν την έντονη κλίση του εδάφους, με αποτέλεσμα όταν πλησιάζει κανείς το σπίτι από τον κεντρικό δρόμο, το δώμα να δίνει την αίσθηση μιας πλατφόρμας, που λειτουργεί και ως υπαίθριο καθιστικό. Φωτογραφίες: Gleeson Paulino, Jaqueline Lessa

 

Οι περιφράξεις καλύπτουν ένα σύνολο πρακτικών αναγκών και παράλληλα ολοκληρώνουν την εξωτερική εμφάνιση των κτιρίων. Στο εμπόριο διατίθεται μια τεράστια ποικιλία σύγχρονων επιλογών ως προς τον τύπο και το υλικό μιας περίφραξης, κατάλληλων να ικανοποιήσουν όλες τις λειτουργικές αλλά και τις αισθητικές απαιτήσεις.

Το κτίριο CKK Jordanki βρίσκεται σε ένα πράσινο δακτύλιο γύρω από το κέντρο της μικρής πολωνικής πόλης Tόρουν, προστατευμένης από την UNESCO και συνορεύει με τη ζώνη επέκτασης της πόλης. Το έργο έχει σχεδιαστεί για να καλύψει το μισό της έκτασης του οικοπέδου και αυτό αποσκοπεί στο να δοθεί η υπόλοιπη περιοχή ως χώρος πράσινου. Το πράσινο αυτό ημικύκλιο έχει δημιουργηθεί για να δώσει όμορφη θεά από το εσωτερικό του αμφιθεάτρου, καθώς επίσης και για να φαίνεται το πάρκο μεγαλύτερο. Αντιθέτως, από τη μεριά του ποταμού το κτίριο διατηρείται στο μικρότερο δυνατό ύψος. Το χαμηλό ύψος εναρμονίζει το κτίριο με τη γειτονική τοποθεσία και το οπτικό αποτέλεσμα που επιτυγχάνεται είναι σαν ένα φυσικό αντικείμενο να βρίσκεται τοποθετημένο στο χώρο, σαν ένας βράχος.
Το εξωτερικό του κτιρίου είναι κατασκευασμένο από ανοιχτόχρωμο εμφανές σκυρόδεμα. Στο σκυρόδεμα ενσωματώνονται κόκκινα τούβλα συντριμμένα, μια τεχνική που επινόησε ο αρχιτέκτονας. Σε επιλεγμένα σημεία, κυρίως όπου τοποθετούνται τα ανοίγματα του κελύφους, το σκυρόδεμα λαξεύεται και αποχρώσεις του κόκκινου τούβλου εμφανίζονται ως επένδυση σε αυτά τα ανοίγματα. Η χρήση των υλικών του κτιρίου είναι μια αναφορά στην παραδοσιακή χρήση του τούβλου στην ιστορική πόλη, και μια προσπάθεια ενσωμάτωσης στο τοπίο. Η αλληλεπίδραση των χρωμάτων, κόκκινο και λευκό, τονίζει τη διχοτόμηση μεταξύ της σύγχρονης και ιστορικής αρχιτεκτονικής, αφού σχεδόν όλες οι όψεις του ιστορικού κέντρου είναι ντυμένες από κόκκινο τούβλο.
Το εσωτερικό χαρακτηρίζεται κυρίως από την παρουσία του κόκκινου τούβλου, συντριμμένου και αναμειγμένου με το σκυρόδεμα.
Ενώ εξωτερικά το μέγαρο μουσικής παραμένει άκαμπτο, στο εσωτερικό, το κτίριο λειτουργεί σαν κάτι ρευστό, που συγκεντρώνει τις διάφορες λειτουργίες, τα ετερόμορφα συνυπάρχοντα στοιχεία του και τα συνδυάζει όλα μαζί παίζοντας μαζί τους. Το πρόγραμμα του κτιρίου χαρακτηρίζεται από μεγάλη ευελιξία σε τέτοιο βαθμό ώστε το κτίριο, το οποίο σύμφωνα με τον πελάτη ήταν προγραμματισμένο να γίνει μόνο μια αίθουσα συναυλιών, κατέληξε να είναι ένας χώρος για όλα τα είδη συναυλιών και εκδηλώσεων, εντός του ίδιου αρχικού προϋπολογισμού. Πρώτα απ 'όλα, ο χώρος του θεάτρου είναι σε θέση να προσαρμοστεί εύκολα και να αλλάξει από παράσταση σε παράσταση αλλά ακόμη και να υποστηρίξει ξεχωριστές ή παράλληλες εκδηλώσεις. Δεύτερον, χάρη στη δυναμική οροφή του, το κτίριο μπορεί να ρυθμίσει και να προσαρμόσει την ακουστική του χώρου με αποτέλεσμα να μπορούν να γίνουν εκδηλώσεις συμφωνικής ορχήστρας, θεάτρου, όπερας και κινηματογράφου. Τέλος, η αίθουσα συναυλιών μπορεί να ανοίξει προς τα έξω, επιτρέποντας στην εσωτερική σκηνή να συνδεθεί με το πάρκο για υπαίθριες παραστάσεις και εκδηλώσεις, όπως συναυλίες ροκ ή ποπ, καθώς και για άλλου είδους μαζικές συγκεντρώσεις. Η κυκλοφορία εντός του κτιρίου είναι ανοικτή και επιτρέπει στους επισκέπτες να περάσουν από το κτίριο, προς την πλατεία, παρέχοντάς τους μια πλήρη και συνεχή σύνδεση με το δημόσιο χώρο. Το κτίριο αν και δημιουργεί μια οικεία ατμόσφαιρα στο εσωτερικό, διατηρεί τη σύνδεση με τον έξω κόσμο και επιτρέπει στους χρήστες να φτάσουν εύκολα στην πλατεία, η οποία είναι και η καρδιά του οικόπεδου του κτιρίου.

Η καινοτόμος τεχνική: Picado
Η πρωτοποριακή τεχνική Picado, που χρησιμοποιείται σε ολόκληρο το κτίριο, επινοήθηκε από τον αρχιτέκτονα του έργου Fernando Menis. Εφαρμόζεται με την ανάμειξη σκυροδέματος με άλλα υλικά και στη συνεχεία με τη λάξευση της επιφάνειας ώστε να εμφανιστούν τα αναμειγμένα υλικά. Εκτός από την επίτευξη μιας πρωτοποριακής αισθητικής έκφρασης του σκυροδέματος, το Picado επιτρέπει και την άριστη ακουστική. Η πρώτη φορά που ο Fernando Menis χρησιμοποιείσαι αυτή τη ντεχνική, ήταν στο έργο Magma Art & Congress (Τενερίφη, Κανάριοι Νήσοι, 2005). Τώρα, στο Τόρουν, το Picado είναι το αποτέλεσμα της ανάμειξης σκυροδέματος με κόκκινα τούβλα και η έκφραση είναι πιο πειστική και ισχυρή.
Ο αρχιτέκτονας έχει δηλώσει ότι: "Ήθελα να κάνω ένα αμφιθέατρο που να έχει την καλύτερη δυνατή απόδοση, η οποία μπορεί να προσαρμοστεί σε διάφορες εκδηλώσεις και να είναι σε θέση να στεγάσει ανεξάρτητα γεγονότα ταυτόχρονα".
Το κτίριο έχει αποσπάσει το 1º βραβείο φουτουριστικού πολιτιστικού έργου στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Αρχιτεκτονικής (WAF) 2010.

Το Μουσείο Αρχιτεκτονικού Σχεδίου βρίσκεται στη συνοικία Prenzlauer Berg του Βερολίνου, μια περιοχή με επιβλητικά ιστορικά κτίρια του 19ου αιώνα στα οποία φιλοξενούνται studio καλλιτεχνών, γκαλερί και άλλες πολιτιστικές χρήσεις. Συγκεκριμένα το κτίριο του Μουσείου βρίσκεται σε επαφή με το κτιριακό συγκρότημα της ιστορικής ζυθοποιίας Pfefferberg, που έχει μετατραπεί σε σύγχρονες κατοικίες.

Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός
Η αρχιτεκτονική μελέτη εκπονήθηκε από τους Sergei Tchoban και Sergey Kuznetsov, δημιουργώντας ένα κτίριο που αντανακλά τη χρήση του, δηλαδή τη φιλοξενία της συλλογής του Ιδρύματος Tchoban, που ίδρυσε ο ίδιος ο αρχιτέκτονας το 2009 και περιλαμβάνει αρχιτεκτονικά σχέδια από το 16ο αιώνα έως σήμερα. Το κτίριο αναπτύσσεται σε πέντε επίπεδα και επίσης διαθέτει υπόγειο για βοηθητικές χρήσεις. Η αρχιτεκτονική φόρμα του κτιρίου χαρακτηρίζεται από εσοχές και προεξοχές στοιχείων του κελύφους που αποκλίνουν από την ορθογωνική κάτοψη του ισογείου με διαφορετικό τρόπο σε κάθε επίπεδο, δημιουργώντας την εντύπωση ότι κάθε όροφος είναι τυχαία τοποθετημένος σε σχέση με τον υποκείμενο. Το κτιριακό κέλυφος αποτελείται από εμφανές σκυρόδεμα και διαθέτει ελάχιστα ανοίγματα στα τέσσερα επίπεδα, σε αντιδιαστολή με τον τελευταίο όροφο, όπου οι τρεις ελεύθερες όψεις του χαρακτηρίζονται από πλήρη διαφάνεια. Η διαμόρφωση του κελύφους παρουσιάζει μεγάλη πρωτοτυπία και κατασκευαστική αρτιότητα καθώς όλες οι επιφάνειες φέρουν ανάγλυφες παραστάσεις εμπνευσμένες από τη συλλογή του Ιδρύματος Tchoban.
Εσωτερικά οι χρήσεις οργανώνονται κατά τον κατακόρυφο άξονα. Το ισόγειο χαρακτηρίζεται από ενιαίο χώρο που περιλαμβάνει το χώρο εισόδου, τη βιβλιοθήκη του Ιδρύματος και το κατάστημα του Μουσείου, οι εκθεσιακοί χώροι φιλοξενούνται στον πρώτο και δεύτερο όροφο, το αρχείο στον τρίτο και στο ανώτερο επίπεδο χωροθετούνται τα γραφεία του Ιδρύματος καθώς και δύο υπαίθριοι χώροι με πανοραμική θέα της περιοχής.

Η κατασκευή του κελύφους
Το κέλυφος στο Μουσείο του Ιδρύματος Tchoban αποτελεί μια ενιαία μονολιθική κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα αυξημένου πάχους και θερμικής μάζας, που λειτουργεί ως ο φέροντας οργανισμός του κτιρίου. Αρχικά κατασκευάστηκε το κέλυφος και στη συνέχεια τοποθετήθηκαν τα επίπεδα των ορόφων. Το κέλυφος, συνολικού πάχους 50 cm, αποτελείται από τις εξής στρώσεις υλικών, ξεκινώντας από την εξωτερική επιφάνεια:
• Σκυρόδεμα που εμποδίζει τη διέλευση του νερού (27 cm) και σκυροδετήθηκε επί τόπου στο εργοτάξιο.
• Μόνωση κλειστών κυψελών υάλου (10 cm) που λειτουργεί και ως φράγμα υδρατμών.
• Τοιχοποιία από τούβλα άσβεστου-άμμου (11,50 cm) και
• Ασβεστο-τσιμεντοκονίαμα (1,50 cm).
Οι δύο τελευταίες στρώσεις απορροφούν, αποθηκεύουν και απελευθερώνουν την υγρασία, εξισορροπώντας τα επίπεδά της στους εσωτερικούς χώρους.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος κατασκευής των όψεων από εμφανές σκυρόδεμα και η επεξεργασία της τελικής επιφάνειας. Το κέλυφος εξωτερικά φέρει ανάγλυφες γραμμικές παραστάσεις, που αποτελούν ένα δείγμα της συλλογής που στεγάζεται στο Μουσείο. Η αποτύπωση αυτών των παραστάσεων πάνω στο εμφανές σκυρόδεμα έγινε παράλληλα με τη σκυροδέτηση του κελύφους μέσα από μια πολύπλοκη διαδικασία που χαρακτηρίζεται από τεχνική και αισθητική αρτιότητα.
Οι αρχιτέκτονες επέλεξαν μια σειρά αντιπροσωπευτικών σχεδίων από τη συλλογή του Ιδρύματος, στη συνέχεια τα ψηφιοποίησαν, τα οργάνωσαν και τα επεξεργάστηκαν γραφικά ώστε να συνθέσουν το τελικό μοτίβο που αποτυπώνεται στην όψη. Σε κάθε όροφο του κτιρίου έχει επιλεγεί διαφορετικό μοτίβο, που διατρέχει σε επανάληψη τις όψεις. Χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό κοπτικό μηχάνημα CNC, τα μοτίβα αποτυπώθηκαν πάνω σε μοριοσανίδες και ακολούθησε επεξεργασία των ακμών των εγκοπών ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι παραστάσεις λαξεύτηκαν πάνω στο σκυρόδεμα. Στη συνέχεια εφαρμόστηκε στις μοριοσανίδες χυτό ελαστομερές πολυουρεθάνης και δημιουργήθηκε ένα καλούπι που απεικονίζει το αρνητικό του μοτίβου. Το υλικό παρασκευής των καλουπιών επιλέχθηκε λόγω της υψηλής ελαστικότητας και ευελιξίας του, χαρακτηριστικά που εξασφαλίζουν την ακριβή απόδοση του σχεδίου καθώς και την εύκολη και ασφαλή απομάκρυνσή τους από το σκυρόδεμα μετά τη σκλήρυνση του.
Κατόπιν τα καλούπια τοποθετήθηκαν σε μοριοσανίδες που στερεώθηκαν στο εσωτερικό των ξυλοτύπων. Τα σημεία ένωσης και στερέωσης των καλουπιών μελετήθηκαν κατάλληλα ώστε να ενσωματώνονται στο μοτίβο και οι ακμές τους σφραγίστηκαν με σιλικόνη. Το σκυρόδεμα που εγχύθηκε στους ξυλότυπους φέρει ελαφρύ χρωματισμό στο χρώμα της περγαμηνής, σε αρμονία με το συμβολισμό του κελύφους. Κάθε επίπεδο του κτιρίου σκυροδετήθηκε ενιαία σε ιδανικές καιρικές συνθήκες ώστε να επιτευχθεί η ομοιόμορφη εμφάνιση. Μετά τη σκλήρυνση του σκυροδέματος αφαιρέθηκε ο ξυλότυπος με τα καλούπια και τα σημεία στερέωσής τους καλύφθηκαν από στοιχεία ινοπλισμένου σκυροδέματος ίδιου χρώματος. Τέλος, σε όλους τους εκτεθειμένους εξωτερικούς και εσωτερικούς τοίχους από εμφανές σκυρόδεμα εφαρμόστηκαν επιστρώσεις νανοτεχνολογίας για προστασία από ρύπους, ακαθαρσίες και γκράφιτι.

Η ενεργειακή συμπεριφορά του κελύφους
Οι προδιαγραφές κατασκευής του κελύφους ακολούθησαν τους πιο αυστηρούς κανονισμούς εξοικονόμησης ενέργειας με γνώμονα βέβαια την επίτευξη των ιδανικών συνθηκών στους εσωτερικούς χώρους για τη συντήρηση και προστασία των εκθεμάτων σύμφωνα με τα πρότυπα της ASHRAE. Ο συνδυασμός των υλικών και ο τρόπος κατασκευής του κελύφους, επιτυγχάνουν την εξισορρόπηση των διαφορών στη θερμοκρασία και την υγρασία των εσωτερικών χώρων, εξασφαλίζοντας ιδανικές συνθήκες με ένα περιορισμένο μηχανικό σύστημα θέρμανσης, αερισμού και κλιματισμού, με άμεση συνέπεια την ελαχιστοποίηση των ενεργειακών απαιτήσεων.
Στους εκθεσιακούς χώρους οι εξωτερικές συνθήκες δεν επιδρούν στα επίπεδα θερμοκρασίας και υγρασίας, τα οποία επηρεάζονται σχεδόν αποκλειστικά από εσωτερικές συνθήκες, όπως ο φωτισμός και η παρουσία των επισκεπτών, γεγονός που περιορίζει τη λειτουργία του κλιματισμού σε 3 έως 7 εναλλαγές αέρα, ενώ ο μέσος ρυθμός στα μουσεία είναι 8 έως 10. Για τις ώρες που το κτίριο είναι κλειστό, το σύστημα θέρμανσης και ψύξης οροφής που διαθέτει επαρκεί για τη διατήρηση των εσωτερικών συνθηκών χωρίς την ανάγκη λειτουργίας του κλιματισμού. Όλοι οι προαναφερθέντες χειρισμοί βελτίωσης της ενεργειακής συμπεριφοράς του Μουσείου αντανακλούν στις μειωμένες ενεργειακές απαιτήσεις λειτουργίας του, που υπολογίζονται στις 240 kWh ετησίως.

Εισερχόμενος στον προστατευόμενο υδροβιότοπο Al Wahtba στο Άμπου Ντάμπι ο επισκέπτης μεταβαίνει από ένα αστικό περιβάλλον σε ένα διαφορετικό φυσικό τοπίο, αποτελούμενο από λίμνες και χαμηλή έως μέτρια βλάστηση, το οποίο φιλοξενεί μεγάλο αριθμό διαφορετικών πτηνών. Ανάμεσα στα διάφορα μεταναστευτικά είδη πτηνών που επιλέγουν να δημιουργήσουν προσωρινά τις φωλιές τους στον υδροβιότοπο Al Wathba είναι και τα φλαμίνγκο.
Στόχος των δύο αρχιτεκτόνων ήταν η δημιουργία μιας βιώσιμης, οικολογικής κατασκευής εύκολα προσβάσιμης απ’ όλους, η οποία θα αποτελεί τοπόσημο, ενώ παράλληλα θα βρίσκεται σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον και με την κουλτούρα του έθνους. Το κτίριο αποτελείται από εμφανή ξύλινα δομικά στοιχεία (modules) που μπορούν εύκολα να κατασκευαστούν εκτός της περιοχής και να μεταφερθούν στο χώρο, μειώνοντας έτσι το χρόνο εγκατάστασης και κατασκευής, το ενεργειακό αποτύπωμα και το βαθμό όχλησης προς την τοπική πανίδα. Ακολουθώντας παράλληλα την “Ανάλυση του συνολικού κύκλου ζωής” (LCA), η επιλογή του συγκεκριμένου δομικού στοιχείου είναι μια εξαιρετική επιλογή για να επιτευχθεί 100% ανακυκλωσιμότητα στο τέλος της ζωής του έργου. Επιπλέον, η τοποθέτηση της διάτρητης κυβικής κατασκευής επιλέχθηκε να γίνει στρατηγικά στο κέντρο των τριών υπαρχόντων λιμνών, έτσι ώστε οι παρατηρητές να έχουν τη μέγιστη δυνατή θέαση.
Πλησιάζοντας προς το παρατηρητήριο, ο επισκέπτης διακρίνει μια βαθιά υποχώρηση της πρόσοψης προς το εσωτερικό του όγκου, η οποία δημιουργεί τον κεντρικό χώρο εισόδου προς το κτίριο. Εσωτερικά ο θολωτός χώρος υποδοχής, ο οποίος παραπέμπει περισσότερο στο οργανικό εσωτερικό ενός σπηλαίου, έρχεται σε αντίθεση με την αυστηρότητα του κύβου εξωτερικά. Όπως και ο χώρος εισόδου, έτσι και οι υπόλοιποι χώροι εσωτερικά έχουν δημιουργηθεί με βάση την αφαίρεση “υλικού”, ακολουθώντας την ίδια λογική δημιουργίας οργανικών μορφών και αφήνοντας το υπόλοιπο κομμάτι της κατασκευής ως φέρον οργανισμό. Παράλληλα, η αποδόμηση του κύβου εσωτερικά σε μικρότερα κυβικά pixel, υποδηλώνει ότι ο κύβος αποτελεί όχι μόνο την κεντρική μορφή του παρατηρητηρίου, αλλά και δομικό στοιχείο της κατασκευής. Το κτίριο είναι δηλαδή ένα self-similar αντικείμενο.
Το κτίριο αποτελείται από τρία επίπεδα παρατήρησης, η θέση των οποίων προσφέρει πανοραμική θέαση 360 μοιρών στην περιοχή περιμετρικά του κτιρίου. Η κυκλοφορία εσωτερικά και η πρόσβαση στις πλατφόρμες επιτυγχάνεται μέσω ήπια κεκλιμένων διαδρόμων, οι οποίοι δημιουργούν μια συνεχή εσωτερική διαδρομή. Η διαδρομή ξεκινάει από το ισόγειο, όπου ο επισκέπτης μπορεί να βρει πληροφορίες σχετικά με την περιοχή και τα είδη των πουλιών που την επισκέπτονται, και καταλήγει στο υψηλότερο από τα τρία επίπεδα παρατήρησης, το οποίο βρίσκεται 6 μέτρα πάνω από την επιφάνεια του εδάφους.
Παραπέμποντας στη χρήση που έχει ένα κλουβί, έτσι και ο κύβος επιχειρεί να φέρει αυτή τη φορά τον επισκέπτη στη θέση του κρατουμένου, αντιστρέφοντας έτσι τους ρόλους. Ο τρισδιάστατος διάτρητος κάναβος της κατασκευής δημιουργεί αρκετές επιφάνειες με ανεμπόδιστη θέαση προς το τοπίο, ενώ παράλληλα ο σχεδιασμός των εσωτερικών χώρων προστατεύει από το δυνατό ήλιο και τις ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες της ερήμου και μειώνει τα επίπεδα όχλησης που δημιουργούν οι επισκέπτες.

Ο Ραφαήλ Γκαϊδατζής αποφοίτησε το 2014 από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Ντέλφτ, με εξειδίκευση στο σχεδιασμό βιώσιμων δομών. Από το 2015 έχει εργαστεί για εταιρείες όπως η Royal Haskoning dhv και οι ZJA Architects, ενώ εργάστηκε και στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Ντέλφτ ως ερευνητής στον τομέα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού γεφυρών και της χρήσης βιώσιμων δομικών υλικών (Bio-based fibre reinforced plastics). Επιπλέον, το 2014, ο Ραφαήλ Γκαϊδατζής έλαβε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό για το σχεδιασμό και την κατασκευή γέφυρας για πεζούς και ποδηλάτες στο Ντελφτ της Ολλανδίας. Η γέφυρα πραγματοποιήθηκε και παραδόθηκε στο κοινό το 2016.
Ο Ραφαήλ Γκαϊδατζής και ο Παναγιώτης Δημακίδης είναι δύο Έλληνες αρχιτέκτονες που έχουν ως κύριο στόχο να μεταμορφώσουν το αστικό περιβάλλον προκειμένου να διαμορφώσουν ένα καλύτερο και πιο βιώσιμο μέλλον για τις επόμενες γενιές. Συνδυάζοντας το ελαφρώς διαφορετικό ακαδημαϊκό τους υπόβαθρο, συνεργάζονται ενεργά στην Ολλανδία και στο εξωτερικό σε διάφορα είδη έργων. Η επαγγελματική τους πείρα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα έργων που ποικίλλουν σε κλίμακα και τυπολογία και κυμαίνονται από παρεμβάσεις σε επίπεδο πόλης, υποδομές, γήπεδα και αστικά αρχιτεκτονικά σχέδια μέχρι και pavilions.

Ο Παναγιώτης Δημακίδης ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο του Τορίνο το 2017 με εξειδίκευση στον αειφόρο σχεδιασμό. Από τότε εργάζεται για γνωστά Ολλανδικά αρχιτεκτονικά γραφεία όπως οι RAU Architects, KAW Architects και ZJA Architects. Από το 2016, ο Παναγιώτης Δημακίδης έχει συνεισφέρει σε έργα όπως το νεόκτιστο παρατηρητήριο πουλιών στην Ολλανδία, το οποίο ονομάζεται «T’IJ (RAU Architects σε συνεργασία με τους αρχιτέκτονες RO&AD) και το έργο Triango, ένα έργο 16 εκταρίων στο Παρίσι που προτείνει καινοτόμες μορφές εργασίας, σε συνεργασία με τους SeArch και τους Karres + Brands. Το τελευταίο διακρίθηκε το 2018 με το περίφημο βραβείο “International Architecture Awards in Corporate category”.
Ο Παναγιώτης Δημακίδης και ο Ραφαήλ Γκαϊδατζής είναι δύο Έλληνες αρχιτέκτονες που έχουν ως κύριο στόχο να μεταμορφώσουν το αστικό περιβάλλον προκειμένου να διαμορφώσουν ένα καλύτερο και πιο βιώσιμο μέλλον για τις επόμενες γενιές. Συνδυάζοντας το ελαφρώς διαφορετικό ακαδημαϊκό τους υπόβαθρο, συνεργάζονται ενεργά στην Ολλανδία και στο εξωτερικό σε διάφορα είδη έργων. Η επαγγελματική τους πείρα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα έργων που ποικίλλουν σε κλίμακα και τυπολογία και κυμαίνονται από παρεμβάσεις σε επίπεδο πόλης, υποδομές, γήπεδα και αστικά αρχιτεκτονικά σχέδια μέχρι και pavilions.

Πρώτο βραβείο στο διεθνή διαγωνισμό Global Architecture & Design Awards (GADA) 2019, στην κατηγορία Interior – Commercial (μελέτη) απέσπασε η συμμετοχή του αρχιτεκτονικού γραφείου ArchZone.
Το “LAB Boutique Hotel” βρίσκεται στην Πλάκα, στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, όπου χτυπά η ελληνική καρδιά και βρίσκονται αναρίθμητα αρχαία μνημεία. Πρόκειται για ένα τετραώροφο νεόδμητο κτίριο, το οποίο περιλαμβάνει την είσοδο, το χώρο υποδοχής, το χώρο του λόμπι, ένα εστιατόριο, 18 δωμάτια και βοηθητικούς χώρους, όλα προσβάσιμα από άτομα με ειδικές ανάγκες.
Η ιδέα άντλησε έμπνευση από την ελληνική αρχαιότητα και το σχεδιασμό των μινωικών ανακτόρων, καθώς και από τη μυθολογία, χρησιμοποιώντας στοιχεία που θυμίζουν τον λαβύρινθο του Μινώταυρου. Η περίπλοκη κατασκευή του μινωικού παλατιού της Κνωσού κατά τη Νεοανακτορική περίοδο (1700 π.Χ.) αποτελεί σημείο αναφοράς για την κατασκευή του LAB Boutique Hotel.
Εμπνευσμένοι απ’ το μύθο, οι αρχιτέκτονες δημιούργησαν κατασκευές και χώρους, που δανείζονται στοιχεία όπως το λαβύρινθο, την πορεία του νήματος της Αριάδνης και την ευρύτερη αρχιτεκτονική της εποχής.
Με την είσοδο του επισκέπτη, οι "αυλακώσεις" στο πάτωμα τον οδηγούν στο χώρο υποδοχής (στα δεξιά) ή στην εγκατάσταση-κατασκευή του "λαβύρινθου" (στα αριστερά). Ο χώρος υποδοχής έχει σχεδιαστεί σκόπιμα με αυστηρές γραμμές, για να δίνει στον επισκέπτη μια ιδέα για το τι πρόκειται να ακολουθήσει στους άλλους χώρους. Για την εγκατάσταση του "λαβύρινθου" επιλέχθηκε η ευρύτερη περιοχή του λόμπι. Εκεί ο επισκέπτης είναι σε θέση να "ανακαλύψει τον κόσμο" γύρω του, να δεχτεί εικόνες και αναμνήσεις, ενώ οι διάφορες διαδρομές που δημιουργήθηκαν σε αυτή την κατασκευή συμβολίζουν το ταξίδι του. Όσο ο επισκέπτης περιπλανάται και εξερευνά λαμβάνει ερεθίσματα, τα οποία ερμηνεύει με τον δικό του τρόπο και του προκαλούν ποικιλία συναισθημάτων. Η κατασκευή του "λαβύρινθου" είναι μια προσωπική εμπειρία για τον καθένα· καθώς τον εξερευνά έρχεται σε επαφή με διάφορα υλικά, βλέπει αντανακλάσεις του εαυτού του και οδηγείται σε μια διαδικασία αναζήτησης και ενδοσκόπησης.
Η γεωμετρία του "λαβύρινθου" χρησιμοποιήθηκε για να εμπλουτίσει το ταξίδι του επισκέπτη, με στόχο να εμπνεύσει μνήμες που συνδέονται άμεσα με την αρχαία ελληνική ιστορία. Για παράδειγμα στο σχεδιασμό των δωματίων, ο λαβύρινθος κυριαρχεί στο χώρο είτε ως οπτικό στοιχείο (δισδιάστατη αναπαράσταση), είτε εξυπηρετεί κάποια λειτουργία (τρισδιάστατη κατασκευή).
Για το φωτισμό των χώρων χρησιμοποιήθηκαν γραμμικά φωτιστικά όπου ήταν απαραίτητο, σημειακά σποτ και κρυφός φωτισμός, ανάλογα με τις λειτουργικές και αισθητικές ανάγκες του κάθε χώρου. Πιο συγκεκριμένα, ο φωτισμός στην οροφή του "λαβύρινθου" ακολουθεί την πορεία της κάτοψης, με έναν πιο αφηρημένο τρόπο περιμετρικά, χρησιμοποιώντας καθαρά, κυκλικά μοτίβα προς το κέντρο. Σε συνδυασμό με τις φωτισμένες επιφάνειες του εσωτερικού του αυτό εμπλουτίζει την εμπειρία του επισκέπτη.
Οι χρωματισμοί περιορίζονται κυρίως σε γήινους τόνους. Το μπεζ (πηλός) κυριαρχεί σε όλους σχεδόν τους χώρους, ακολουθούμενο από το μαύρο (αμφορέας), το λευκό (ισορροπία), το χρυσό (ήλιος) και λεπτομέρειες από σκούρο πράσινο (φύση).
Εφαρμόζοντας αυτή την ιδιαίτερη ταυτότητα στο ξενοδοχείο οι αρχιτέκτονες, μέσω ενός σύγχρονου πρίσματος, ικανοποιούν την επιθυμία ενός μεγάλου μέρους των ταξιδιωτών, οι οποίοι ενδιαφέρονται για την ιστορία του χώρου.

Το κατάστημα των 25 m² βρίσκεται στο κέντρο των Ιωαννίνων. Μαύρες μεταλλικές γραμμές διαγράφουν στους τοίχους καθαρά γεωμετρικά σχήματα, εγκιβωτίζοντας διάφανες μεταλλικές βιτρίνες και ορθογώνια μεταλλικά κουτιά. Στρογγυλοί και οβάλ καθρέφτες τοποθετούνται με τρόπο που δημιουργεί πολλαπλές θεάσεις μέσα από τις αντανακλάσεις τους. Όλα τα έπιπλα, καθώς και το κεντρικό μεταλλικό φωτιστικό σε σχήμα U, σχεδιάστηκαν από τους αρχιτέκτονες ειδικά για το κατάστημα και κατασκευάστηκαν από τοπικούς τεχνίτες. Το γραμμικό φως που ξεκινά από τον κυρίως χώρο, αναδιπλώνεται από τον τοίχο στην οροφή και οδηγεί στο εργαστήριο του ιδιοκτήτη. Το μαύρο μωσαϊκό χρησιμοποιείται στο δάπεδο, καθώς και στα κύρια μονολιθικά έπιπλα. Κάθε στοιχείο είναι προσεκτικά σχεδιασμένο: η αρχιτεκτονική του χώρου, το φως, τα υλικά, η χρωματική παλέτα, τα έπιπλα. Όλα είναι συνδεδεμένα με έναν αρμονικό τρόπο. Στόχος υπήρξε η δημιουργία ενός καταστήματος που ξεφεύγει από τις τυπικές συνθετικές προσεγγίσεις των κοσμηματοπωλείων, προτείνοντας μια εναλλακτική προσέγγιση: μια εμπειρία περιπλάνησης του επισκέπτη σε έναν κόσμο κατασκευασμένο από τη φαντασία του ιδιοκτήτη - δημιουργού.

 

Ο παρών ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies ώστε να βελτιώσει την εμπειρία περιήγησης.