ktirio.gr

Αποκατάσταση και επέκταση μουσικής σχολής στη Νορμανδία

Το κτίριο φέρει μία πλούσια ιστορία μετασχηματισμών και διαδοχικών αλλαγών χρήσης. Η κατασκευή του χρονολογείται μεταξύ του 1646 και 1659 ως μοναστηριού του Τρίτου Φραγκισκανού Τάγματος, αποτελώντας ένα εξαιρετικό παράδειγμα "σκήτης σε νερό", μοναδικό στην Ευρώπη. Χτισμένο επάνω σε βραχίονα του ποταμού Eure, τον L'Epervier, το συγκρότημα αρχικά αποτελούνταν από μια εκκλησία στα δυτικά, δύο μοναστηριακές πτέρυγες στη νότια και στην ανατολική πλευρά και ένα κεντρικό κτίριο. Το 1789 η γνωστή και ως "Μονή των Μετανοούντων" ("Couvent des Pénitents"), πωλήθηκε ως εθνική περιουσία. Η εκκλησία της τότε μετατράπηκε σε δικαστήριο, και οι πτέρυγές της σε φυλακές, ενώ η νότια από αυτές επεκτάθηκε και επάνω από τη στοά του μοναστηριού. Το 1827 η εκκλησία κατεδαφίστηκε και το δικαστήριο μεταφέρθηκε σε ένα νεόδμητο κτίριο ανατολικά του παλαιού μοναστηριού. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, μετά το 1905, προστέθηκε ένα νέο κτίσμα έναντι της ανατολικής πτέρυγας, με σκοπό να στεγάσει την έδρα του δεσμοφύλακα. Μετά το οριστικό κλείσιμο της φυλακής το 1934, η νότια παλαιά πτέρυγα άρχισε να καταρρέει. Το κτίριο, εν μέρει ακρωτηριασμένο, επαναχρησιμοποιήθηκε ως μουσική σχολή το 1990.
Τα πέτρινα ερείπια του πρώην μοναστηριού, παραδομένα πλέον στον χρόνο και στο φυσικό τους περιβάλλον –τη βλάστηση και το νερό– σχημάτιζαν μία εικόνα σχεδόν ιμπρεσιονιστική. Η μελέτη των Opus 5 σκοπό είχε να διατηρήσει και να τονίσει αυτόν τον χαρακτήρα του "ρομαντικού ερειπίου", ως πολύτιμου για το αστικό τοπίο της Louviers.

Αρχιτεκτονική ιδέα
Το έργο της αποκατάστασης και επέκτασης του διατηρητέου κτιρίου, πρωταρχικά καλούνταν να σεβαστεί την πολιτιστική κληρονομιά και να αναδείξει το αρχαιολογικό μνημείο. Παράλληλα όμως, έπρεπε να εμφανίσει ένα σύγχρονο, λειτουργικό και ελκυστικό πρόσωπο, εκφράζοντας τη νέα του αποστολή και σκιάζοντας κάθε προηγούμενη σύνδεση του τόπου με τη χρήση της φυλακής τόσο σε ψυχολογικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο.
Στο σχέδιο του νέου μουσικού σχολείου περιλαμβάνονται 24 αίθουσες μελέτης και διδασκαλίας, μία βιβλιοθήκη και δύο μεγάλες ορχηστρικές αίθουσες, που στεγάζονται αντίστοιχα στη νότια και στην ανατολική επέκταση.
Αυτές οι δύο ευδιάκριτα σύγχρονες προσθήκες δημιουργήθηκαν καθ’ ύψος, αναπτυσσόμενες επάνω από τους υφιστάμενους τοίχους των παλαιών πτερύγων της μονής. Σχεδιάστηκαν ως όγκοι εξαιρετικά απλοί, καθαροί και ομογενείς, που αντιπροσωπεύουν την εποχή τους και διαφοροποιούνται από το παρελθόν. Παραμένοντας όσο το δυνατόν πιο ήπιες, επιτυγχάνουν, παρά το μεγάλο τους μέγεθος, να μη συνθλίβουν οπτικά τα παλαιά τμήματα του κτιρίου που είχαν κατασκευασθεί σαν σε μικρογραφία: το ύψος των στοών ήταν μόλις 1,60 m.
Η πρώτη επέκταση που πραγματοποιήθηκε στο συγκρότημα, ήταν στον χώρο της παλαιάς φυλακής, στην ανατολική πτέρυγα. Οι τρεις κατακόρυφες πλευρές αυτής της προσθήκης έγιναν τυφλές, ενώ η τέταρτη, καλυμμένη με υαλοπέτασμα, αντικατοπτρίζει την παλαιά πρόσοψη του κεντρικού κτίσματος, μέσω ενός εσωτερικού συνδετήριου δρόμου.
Η δεύτερη, νότια επέκταση, εκτεθειμένη προς το νερό και την πόλη, ξεχωρίζει αλλά και συνδέεται με το αυστηρό περιβάλλον της λόγω της γυάλινης πρόσοψής της. Αυτή η όψη έχει ένα διττό πρόσωπο: την ημέρα αντανακλά και χάνεται στον ουρανό, και την νύχτα γίνεται διάφανη και φωτεινή, αποκαλύπτοντας στο εσωτερικό της προσθήκης τη μεγάλη αίθουσα των συναυλιών με την κυματιστή οροφή καθρέφτη και τα αναδιπλούμενα μοβ καθίσματα.

Κατασκευή
Στη φάση του εργοταξίου αρχικά καθαιρέθηκαν, αποξηλώθηκαν και απομακρύνθηκαν όλα τα σαθρά στοιχεία της κατασκευής που θα αντικαθίσταντο, όπως οι πλάκες των δαπέδων και τα κουφώματα των ανοιγμάτων. Στο πλαίσιο της αποκατάστασης των υφιστάμενων διατηρηθέντων δομικών στοιχείων κρίθηκε αναγκαία η εξυγίανση και η ενίσχυση των παλαιών λιθοδομών με εκ νέου αρμολόγηση. Στις τοιχοποιίες, που είχαν αποδυναμωθεί λόγω του φαινομένου του ερπυσμού των κονιαμάτων, επιχειρήθηκε η πλήρωση των κενών τους μεταξύ των λίθων με την εισαγωγή ενέσιμου ποζολανικού κονιάματος υψηλής αντοχής.
Οι νέες προσθήκες της κατασκευής στηρίχθηκαν σε δομικό σκελετό από μέταλλο, ο οποίος συνεργάστηκε καλά και συνδέθηκε με τις υφιστάμενες παλαιές τοιχοποιίες με αγκυρώσεις. Τις προσόψεις αυτών των επεκτάσεων κάλυψαν προκατασκευασμένα πετάσματα.
Τα τυφλά τμήματα των νέων όψεων σχηματίστηκαν από πετάσματα οπλισμένου σκυροδέρματος πάχους 8 cm, πλάτους 180 cm και μεταβλητών υψών, επειδή κοπήκαν, ακολουθώντας το τελείωμα της παλαιάς λιθοδομής.
Από την άλλη πλευρά, η βόρεια γυάλινη πρόσοψη της αίθουσας συναυλιών αποτελείται από πλαστικοποιημένα υαλοπετάσματα, με εσωτερική επίστρωση τελειώματος καθρέφτη (από τιτάνιο, νιτρίδιο του πυριτίου και χρώμιο με νιτρίδιο του πυριτίου). Το σύστημα σύνδεσης αφήνει αόρατα τα σημεία στερέωσής τους από το εξωτερικό του κτιρίου. Η όλη κατασκευή στηρίζεται σε νευρώσεις από γυαλισμένο ανοξείδωτο χάλυβα πάχους 10 mm και βάθους 25 cm, στερεωμένων σε μία μηχανικά συγκολλημένη χαλύβδινη δοκό μήκους 18 m και διατομής 45 x 90 (cm), η οποία χρησιμοποιείται και ως αεραγωγός για την αίθουσα.
Αυτή η συνύπαρξη του παλαιού με το νέο στο μουσικό σχολείο της Louviers, που κάποτε υπήρξε μοναστήρι, φυλακή, δικαστήριο και εκκλησία, είναι που το καθιστά μοναδικό. Η αναγνωρίσιμη στο κέλυφός του ιστορική διαδρομή υπερτονίζει κάθε του τμήμα αναμειγνύοντας μέσα του μουσικές και ήχους τριών αιώνων.

Στοιχεία έργου:

Αρχιτεκτονική μελέτη: Opus 5 Architectes
Ομάδα έργου: Bruno Decaris, Agnès Pontremoli, Pierre Tisserand
Τοποθεσία: Louviers, Γαλλία
Εμβαδό: 2.000 m2
Προϋπολογισμός: 4,5 εκατ. €
Μελέτη: 2007 - 2009
Κατασκευή: 2010 - 2012
Φωτογραφίες: Luc Boegly Bruno Decaris