ktirio.gr

Ανακατασκευή Μουσείου Biesbosch και διαμόρφωση φυτεμένης στέγης

Μετά από μία ριζική ανακατασκευή διάρκειας οκτώ μηνών, το Μουσείο Biesbosch στο Werkendam της Ολλανδίας, άνοιξε ξανά τις πύλες του για το κοινό το καλοκαίρι του 2015.Το Biesbosch, όντας ένα από τα μεγαλύτερα Εθνικά Πάρκα των Κάτω Χωρών, πλούσιο σε χλωρίδα και πανίδα και μία από τις τελευταίες εκτεταμένες περιοχές υγροτόπων γλυκών υδάτων στη βορειοδυτική Ευρώπη, απαρτίζεται από ένα ευρύ δίκτυο ποταμών, παλιρροϊκών καναλιών και νησιών.
Εκεί, ιδρύθηκε το 1994, το ομώνυμο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, με σκοπό να παρουσιάσει και να εξηγήσει την εξέλιξη της περιοχής στους επισκέπτες του. Το υφιστάμενο Μουσείο Biesbosch, που ήταν εγκατεστημένο σε ένα συμβατικό, κεραμοσκεπές, εσωστρεφές κτίσμα, μεταμορφώθηκε πλήρως, προσαρμόστηκε απόλυτα στο φυσικό περιβάλλον και επεκτάθηκε σε νέα πτέρυγα, ανοιχτή μέσω των γυάλινων όψεών της προς τον εξωτερικό υπαίθριο χώρο. Η νέα πτέρυγα φιλοξενεί έναν προσωρινό εκθεσιακό χώρο σύγχρονης τέχνης και ένα οργανικό εστιατόριο, ενώ στα τμήματα του μουσείου που διατηρήθηκαν και ανακαινίσθηκαν, στεγάζεται η μόνιμη έκθεση, η βιβλιοθήκη, ένα θέατρο πολλαπλών χρήσεων, κατάστημα, γραφεία, η κύρια είσοδος, καθώς και η υποδοχή, όπου οι επισκέπτες μπορούν να λάβουν τουριστικές πληροφορίες και να προμηθευτούν εισιτήρια για το Μουσείο και τις οργανωμένες ξεναγήσεις με ηλεκτρικά σκάφη στο Εθνικό Πάρκο Biesbosch.
Την αρχιτεκτονική μελέτη τόσο του κτιρίου όσο και της διαμόρφωσης του περιβάλλοντα χώρου του, που αντιμετωπίστηκαν ως ένα, ανέλαβε το Studio Marco Vermeulen, ενώ τον σχεδιασμό των εκθέσεων το Studio Joyce Langezaal.

Η αναδιαμόρφωση του μουσείου

Η ανάγκη σωστής διαχείρισης του νερού ήταν ο βασικός λόγος της αναδιαμόρφωσης του Μουσείου. Ως μέρος ενός εθνικού προγράμματος για την ασφάλεια των υδάτων, το 44.500 στρεμμάτων πόλντερ Noordwaard, μετατράπηκε σε μία περιοχή κατακράτησης νερού, ενώ υδάτινα κανάλια που σκάφθηκαν στις δύο πλευρές του μουσειακού συγκροτήματος, το μετέβαλαν σε ένα νέο νησί. Τα πόλντερ, συνδεδεμένα με την παράδοση της Ολλανδίας, αν και υπάρχουν και σε άλλα μέρη του κόσμου, είναι υδρολογικά συστήματα, κατά το οποίο περιφράσσεται με τεχνητό τρόπο ένα τμήμα επιφάνειας εδάφους που περιέχει νερό και βρίσκεται σε επίπεδο χαμηλότερο από εκείνο της πηγής παροχής του και όπου η ποσότητα του νερού μπορεί να ελεγχθεί με μηχανικά μέσα με σκοπό την εκμετάλλευση του εδάφους.
Για τους περισσότερους επισκέπτες, το Biesbosch Museumeiland είναι το σημείο εκκίνησης προκειμένου να εξερευνήσουν το Εθνικό Πάρκο. Ωστόσο, το υφιστάμενο κτίριο του μουσείου ήταν απαρχαιωμένο και όχι κατάλληλα εξοπλισμένο για να φιλοξενήσει τον αυξανόμενο αριθμό επισκεπτών. Η έλλειψη επαρκών εγκαταστάσεων χώρων εστίασης ήταν ένα θέμα ιδιαίτερα επείγον, ενώ παράλληλα, η παρουσίαση της μουσειακής συλλογής έχρηζε άμεσης αναμόρφωσης. Το έργο ήταν ζωτικής σημασίας για τη γενικότερη τουριστική ανάπτυξη της περιοχής και αυτό αποδεικνύεται από την επισκεψιμότητά του. Ενδεικτικά, το έτος 2012 είχαν επισκεφθεί το Μουσείο συνολικά 35.000 άτομα, ενώ κατά τους τρεις πρώτους μήνες από την επαναλειτουργία του το 2015, ο αριθμός των επισκεπτών ξεπέρασε τις 30.000.

Η σχέση του κτιρίου με τον τόπο

Για την αποφυγή περιττής σπατάλης υλικών ή ενέργειας, αποφασίστηκε να διατηρηθεί η αρχική εξαγωνική δομή του υφιστάμενου κτιρίου και να προστεθεί νέα εξωστρεφής πτέρυγα, εμβαδού 1.000 m2, στη νοτιοδυτική του πλευρά. Η κυρίαρχη παρουσία του νερού, δεν περιορίστηκε στον υπαίθριο χώρο, αλλά διείσδυσε και στο εσωτερικό της επέκτασης του Μουσείου, ως συνέχεια ενός υδάτινου καναλιού. Τόσο τα παλαιά όσο και τα νέα τμήματα του συγκροτήματος, καλύπτονται και συνδέονται, από φυτεμένη στέγη με γρασίδι και βότανα. Η στέγη ενώνεται με τις διαμορφώσεις του περιβάλλοντα χώρου, "σβήνοντας" στο επίπεδο του εδάφους. Ένα μονοπάτι στο πάνω μέρος της, επιτρέπει στους επισκέπτες να περπατήσουν ανάμεσα στο πράσινο ανάγλυφο και να φτάσουν σ’ ένα παρατηρητήριο. Το αποτέλεσμα εξωτερικά, ένα σύμπλεγμα έντεκα πράσινων πυραμίδων, άρτια ενσωματωμένο στο τοπίο, μοιάζει να έχει πλαστεί ως έργο γλυπτικής (Land Art) και αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα αειφόρου αρχιτεκτονικής και αρχιτεκτονικής τοπίου.

Η κατασκευή του κτιρίου

Ο φέρων οργανισμός των νέων προσθηκών του κτίσματος του Μουσείου Biesbosch είναι μεταλλικός. Κατασκευάστηκε από πλαίσια χάλυβα, αποτελούμενα από δοκούς διατομής διπλού ταυ (ήτα), υψίκορμες IPE και πλατύπελμες ΗΕΑ και ΗΕΒ, κοιλοδοκούς και ράβδους γωνιακής ισοσκελούς διατομής. Πάνω από τον κεκλιμένο χαλύβδινο σκελετό της οροφής, τοποθετήθηκαν θερμομονωτικά πετάσµατα, στεγανοποίηση δύο στρώσεων πλαστομερούς ασφαλτικής μεμβράνης (ασφαλτόπανου), βάσης ατακτικού πολυπροπυλενίου (APP) και ανθεκτικής σε διεισδύσεις ριζικών συστημάτων, ειδικό υπόστρωμα και η τελική στιβάδα της βλάστησης, καλύπτοντας τη φυτεμένη στέγη. Ένα φράγμα υδρατμών για την παρεμπόδιση της διάχυσης και την αποτροπή της συμπύκνωσής τους, εφαρμόστηκε στο κάτω μέρος των πετασµάτων. Εσωτερικά, η οροφή καλύφθηκε από σύστημα ψευδοροφής με μεταλλικό σκελετό και γυψοσανίδα πάχους 12,5 mm, ενώ στους χώρους με ανάγκες ακουστικής διόρθωσης και ηχοαπορρόφησης, τοποθετήθηκε επιπλέον μόνωση πετροβάμβακα και ινοπλισμένη γυψοσανίδα με ακουστικό φίλτρο και επένδυση υαλοπιλήματος.
Για το σχηματισμό της περιμετρικής πυραμιδικής έδρασης των τοιχωμάτων ως προέκταση της στέγασης, χρησιμοποιήθηκαν ορθογώνια παραλληλεπίπεδα δομικά στοιχεία (μπλοκ) εξηλασμένης πολυστερίνης (XPS). Αφού προηγήθηκε στεγανοποίηση της εξωτερικής επιφάνειας των υφιστάμενων τοιχίων (πάχους 300 mm), τα μπλοκ τοποθετήθηκαν βαθμιδωτά, σε απόσταση 30 mm από τα τοιχία, ως πρόληψη οριζόντιων φορτίων, καλύφθηκαν από οπλισμένη μεμβράνη με πλεκτό ύφασμα, ανθεκτική σε διεισδύσεις ριζών, κατάλληλο υπόστρωμα και βλάστηση. Με τον τρόπο αυτό, η χωματουργικές εργασίες για την διαμόρφωση του εδάφους ελαχιστοποιήθηκαν και η κατασκευή προχώρησε ταχύτερα και αποτελεσματικότερα.

Ενέργεια και βιοκλιματικός σχεδιασμός

Το Μουσείο Biesbosch, έχει επανασχεδιαστεί με σκοπό την ελαχιστοποίηση της κατανάλωσης ενέργειας. Η μεγάλη πρόσοψή του από υαλοπετάσματα, αποτελείται από ειδικό, ανθεκτικό στη θερμότητα γυαλί, εξαλείφοντας την ανάγκη σκιασμού. Οι διαμορφώσεις εδάφους που περικλείουν την βορειοδυτική πλευρά, μαζί με την πράσινη στέγη, λειτουργούν μονωτικά και ως ρυθμιστές θερμότητας. Τις κρύες μέρες, μια σόμπα βιομάζας διατηρεί το κτίριο στη σωστή θερμοκρασία μέσω ενδοδαπέδιας θέρμανσης, ενώ όταν η εξωτερική θερμοκρασία ανεβαίνει, το δροσερό νερό από το γειτονικό ποτάμι, ρέει στις ίδιες σωληνώσεις ψύχοντας το κτίριο.
Τέλος, στο μουσειακό συγκρότημα εφαρμόζεται το πρώτο στην Ολλανδία σύστημα καθαρισμού λυμάτων μέσω ενός φίλτρου ιτιάς. Η ιτιά, που βρίσκεται σε αφθονία στο Biesbosch, έχει την ιδιότητα να απορροφά τα λύματα και τις ουσίες που αυτά περιέχουν, μεταξύ των οποίων το άζωτο και ο φώσφορος. Οι συγκεκριμένες ουσίες δρουν ως θρεπτικά συστατικά και βοηθούν το δέντρο να αναπτυχθεί, ενώ το καθαρό νερό που προκύπτει, εκχέεται στον παρακείμενο υγρότοπο και από εκεί ρέει στο ποτάμι. Το ξύλο της ιτιάς, αφού κοπεί και αποξηρανθεί, χρησιμοποιείται ως καύσιμη βιομάζα για τη θέρμανση του μουσείου, ολοκληρώνοντας τον κύκλο ζωής του.

Στοιχεία έργου:

Αρχιτεκτονική μελέτη: Studio Marco Vermeulen
Ομάδα σχεδιασμού: Marco Vermeulen, Joost van der Waal, Andrés Cubillo Ramiro, Bram Willemse, Piotr Szczesniak, Emma Westerduin
Σχεδιασμός έκθεσης: Studio Joyce Langezaal
Στατική μελέτη: Raadgevend Ingenieursburo van Nunen, W5A Structures
Διαχείριση έργου: Edion Bouw en Management
Κατασκευή: Staton Bouw
Τοποθεσία: Biesbosch, Werkendam, Κάτω Χώρες
Συνολική επιφάνεια: 2.336 m2
Ολοκλήρωση κατασκευής: 2015
Παρουσίαση: Studio Marco Vermeulen
Επιμέλεια: Άννα Μαυροπούλου, αρχιτέκτων τοπίου Α.Π.Θ. & Ηλιάνα Τρυψιανή, αρχιτέκτων μηχ. Α.Π.Θ.
Σχέδια: Studio Marco Vermeulen
Φωτογραφίες: Ronald Tilleman