ktirio.gr

Αίθουσα συναυλιών στη Λετονία

Η αίθουσα συναυλιών "Great Amber" εγκαινιάστηκε το Νοέμβριο του 2015 στην πόλη Liepaja, στις ακτές της Βαλτικής. H Liepaja είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Λετονίας και τον προηγούμενο αιώνα αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια και εμπορικά κέντρα της Ευρώπης. Αν και αντιμετώπισε διάφορα οικονομικά προβλήματα, από το 2004 άρχισε η σταδιακή ανάκαμψή της και σήμερα αποτελεί μια από τις ταχύτατα αναπτυσσόμενες περιοχές της Βαλτικής. Πέρα από γνωστό λιμάνι, είναι μια πόλη με μακρά μουσική παράδοση, φιλοξενεί το διασημότερο ροκ φεστιβάλ της χώρας, διαθέτει το μεγαλύτερο εκκλησιαστικό όργανο της Ευρώπης και είναι η μόνη περιοχή της Λετονίας που έχει συμφωνική ορχήστρα.
Ο πολυλειτουργικός χώρος που ανεγέρθηκε αποτελεί την πρώτη και πιο μνημειώδη φάση ενός έργου πολλών σταδίων, που οραματίζεται τη μετατροπή του παραδοσιακού λιμανιού σε μια πολιτιστική αστική περιοχή. Το έργο ανατέθηκε στον Αυστριακό αρχιτέκτονα Volker Giencke μετά τη πρώτη θέση που κέρδισε το 2003 στο διεθνή διαγωνισμό για το σχεδιασμό του νέου πολιτιστικού κέντρου της Liepaja. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 2013 και, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, ολοκληρώθηκαν το 2015, χαρίζοντας στην πόλη ένα σύγχρονο ορόσημο, που τιμάει τη πολιτιστική παράδοση της περιοχής και φιλοδοξεί να αποτελέσει πόλο έλξης για τους λάτρεις της μουσικής και της αρχιτεκτονικής από ολόκληρο τον κόσμο.
Η κατασκευή του κτιρίου είναι μονολιθική, με σχήμα ελαφρώς παραμορφωμένου κώνου. Βασικό αρχιτεκτονικό στοιχείο του έργου είναι το διάφανο περίβλημα σε αποχρώσεις κεχριμπαριού, το οποίο περικλείει μια ακανόνιστη πτυχωτή κατασκευή από σκυρόδεμα. Μέσα σ’ αυτό το κέλυφος, αναπτύσσονται οι λειτουργικοί χώροι με βασικότερο στοιχείο της σύνθεσης, τη μεγάλη αίθουσα συναυλιών χωρητικότητας 1.024 ατόμων. Η αίθουσα περιβάλλεται από τους χώρους που φιλοξενούν τη συμφωνική ορχήστρα της Liepaja και τους χώρους που προορίζονται για τα μαθήματα και τις πρόβες του μουσικού σχολείου, προωθώντας την αλληλεπίδραση μεταξύ καλλιτεχνών, μαθητών και καθηγητών. Ακόμη το κτίριο διαθέτει μια μικρότερη αίθουσα για μουσική δωματίου, χωρητικότητας 154 ατόμων, σχολή μπαλέτου, πειραματική σκηνή, μπαρ, καφετέριες και ένα χώρο πολλαπλών χρήσεων, ο οποίος προσφέρει 2.000 m2 επιπλέον για φιλοξενία εκδηλώσεων κάθε είδους. Παράλληλα, έχει προβλεφθεί η δυνατότητα προσαρμογής της μεγάλης αίθουσας συναυλιών, ώστε να φιλοξενεί συνέδρια, εκθέσεις και δεξιώσεις. Μ’ αυτό τον τρόπο, ολοκληρώνεται η πρόθεση του αρχιτέκτονα για δημιουργία ενός πολιτιστικού κέντρου ανοικτού στους κατοίκους της περιοχής και ικανού να φιλοξενεί κάθε είδους εκδηλώσεων.
Η δικέλυφη κεκλιμένη όψη και ο ενεργειακός της ρόλος
Το "Great Amber" είναι μια γλυπτική κατασκευή, που περιβάλλεται από ένα γυάλινο κέλυφος μεταβλητής κλίσης. Από δομική άποψη, το κτίριο αποτελείται από μια πτυχωτή κατασκευή οπλισμένου σκυροδέματος και από μια γυάλινη αυτοφερόμενη δικέλυφη όψη. Η στήριξη της όψης επιτυγχάνεται με έναν φαρδύ ατσάλινο σκελετό, που συνδέεται με το εσωτερικό μόνο στο επίπεδο της οροφής. Η δικέλυφη όψη παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην ενεργειακή λειτουργία του κτιρίου. Με βάση υπολογισμούς, συμβάλει στο ενεργειακό ισοζύγιο κατά 10° C με 15°C, βελτιώνοντας τη βιοκλιματική του λειτουργία και μειώνοντας το ενεργειακό κόστος.
Για την κατασκευή της όψης χρησιμοποιήθηκαν δύο διαφορετικοί τύποι υαλοπινάκων. Συγκεκριμένα για την εξωτερική όψη, η οποία έπρεπε να είναι ανθεκτική στα καιρικά φαινόμενα, επιλέχθηκαν σύνθετοι υαλοπίνακες ασφαλείας χωρίς πλαίσιο με τέσσερα έγχρωμα φύλλα εσωτερικά, που στερεώνονται με ατσάλινους σφιγκτήρες. Για την εσωτερική όψη, που είναι προστατευμένη, επιλέχθηκαν διάφανοι διπλοί υαλοπίνακες, που ενώνονται με κατακόρυφους αρμούς μεταξύ τους. Ανάμεσα στις δύο όψεις, που απέχουν γύρω στα 80 cm μεταξύ τους, κατασκευάστηκε πλέγμα για βοηθητικές χρήσεις.
Ο ρόλος του φωτισμού
Ο φωτισμός είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής σύνθεσης του κτιρίου. Οι σύνθετοι εξωτερικοί υαλοπίνακες συντίθενται από τέσσερα φύλλα διαφορετικής απόχρωσης, η επιλογή των οποίων έγινε έπειτα από πολλές δοκιμές. Η τελική εντύπωση που δίνει το εσωτερικό του κτιρίου περιβαλλόμενο από το εντυπωσιακό κέλυφος, είναι ενός εντόμου παγιδευμένου μέσα σε ένα κεχριμπάρι. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, ανάλογα με την ώρα και την εποχή, τα χρώματα τις όψης ποικίλλουν από ανοιχτό κίτρινο έως πορτοκαλί και σκούρο κόκκινο, προσφέροντας ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Επιπλέον, στο εσωτερικό δημιουργείται μια πολύ ζεστή ατμόσφαιρα, χάρη στις θερμές αποχρώσεις που διαχέονται από το έγχρωμο περίβλημα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, το κτίριο μετατρέπεται σε ένα διάφανο φωτεινό στοιχείο, με ορατές πολλές από τις εσωτερικές του λειτουργίες, τονίζοντας το συμβολικό του ρόλο και τη στενή σύνδεση του με την πόλη.
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της κατασκευής είναι ο φωτισμός της κύριας αίθουσας συναυλιών. Αν και οι περισσότερες αίθουσες συναυλιών δεν έχουν επαφή με το φυσικό φως, η συγκεκριμένη διαφοροποιείται, ύστερα από προτροπή του διευθυντή της συμφωνικής ορχήστρας, που ήθελε να έχει τη δυνατότητα τέλεσης παραστάσεων με το φως της ημέρας. Για να διασφαλιστεί η επάρκεια φυσικού φωτισμού, χρησιμοποιήθηκαν δεκατέσσερις φωτοσωλήνες, με διάμετρο μεγαλύτερη του 1 m ο καθένας, εξοπλισμένοι στο εσωτερικό τους από μια ιδιαίτερα αντανακλαστική επίστρωση χάλυβα. Μ’ αυτό τον τρόπο, δημιουργείται μια θεαματική ατμόσφαιρα έντονου, αλλά παράλληλα ομοιόμορφα κατανεμημένου φωτός στην αίθουσα κατά τη διάρκεια της ημέρας, ακόμη και όταν έχει συννεφιά.
Πέρα από το εντυπωσιακό αποτέλεσμα που επιτυγχάνεται, η εκμετάλλευση του φυσικού φωτός βελτιώνει τη βιοκλιματική συμπεριφορά του κτιρίου και μειώνει σημαντικά το ενεργειακό κόστος, καθώς δεν απαιτείται τεχνητός φωτισμός κατά τη διάρκεια των ημερήσιων προβών και των απογευματινών καλοκαιρινών παραστάσεων. Επιπροσθέτως, ενισχύεται ο πολυλειτουργικός χαρακτήρας της αίθουσας, επιτρέποντας την πραγματοποίηση συνεδρίων ή άλλων εκδηλώσεων κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Ο ρόλος της ακουστικής
Η μεγάλη αίθουσα συναυλιών, με ακουστικό όγκο περίπου 11.200 m³, έχει χρόνο αντήχησης σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης της τάξης των 1,8 έως 2,0 δευτερολέπτων. Ο σχεδιασμός της αίθουσας ακολούθησε την κλασσική διάταξη ανάλογων αιθουσών, ενώ εξοπλίστηκε με διακοσμητικά στοιχεία στην οροφή και στους τοίχους για καλύτερη διαχείριση του ήχου. Μ’ αυτό τον τρόπο, επιτυγχάνεται τέλεια ακουστική σε όλα τα σημεία της αίθουσας, με σωστή διάχυση της μουσικής και ένα ζεστό ηχητικό αποτέλεσμα, κατάλληλο για κλασσική μουσική. Αντίστοιχα στη μικρή αίθουσα συναυλιών, ακουστικού όγκου 1.200 m³, η μελέτη εγγυάται ισορροπημένη και εκλεπτυσμένη ποιότητα ήχου, κατάλληλη για παραστάσεις μουσικής δωματίου.
Και οι δύο αίθουσες είναι εξοπλισμένες με λευκά ηχοδιαπερατά πετάσματα από ύφασμα και ηχοαπορροφητικές κουρτίνες μεταβλητής συχνότητας, που μειώνουν τους μεγάλους χρόνους της φυσικής αντήχησης. Σε συνδυασμό με μόνιμα εγκατεστημένα συστήματα ενίσχυσης του ήχου, διασφαλίζεται ένα ποιοτικό ηχητικό αποτέλεσμα, που κάνει τις αίθουσες κατάλληλες, ακόμη και για εκδηλώσεις που απαιτούν μεγάλη ηχητική ευκρίνεια (συνέδρια, ομιλίες κ.τ.λ.).
Ο πολυλειτουργικός ρόλος της μεγάλης αίθουσας
Ο πολυλειτουργικός ρόλος της μεγάλης αίθουσας επιτυγχάνεται με τη χρήση εξελιγμένων μηχανικών μέσων. Χάρη σε ένα βοηθητικό πλέγμα με πολλά σημεία σύνδεσης και πλατφόρμες ανύψωσης αλλά και χάρη στη δυνατότητα προσαρμογής των συστημάτων ήχου και φωτισμού, η αίθουσα μπορεί να ανταποκριθεί στις τεχνικές απαιτήσεις των διαφορετικών εκδηλώσεων. Για παράδειγμα η σκηνή της ορχήστρας αποτελείται από μια μεταβλητή πλατφόρμα με κυμαινόμενο μέγεθος από 60 m2 έως 230 m2, η σκηνή και τα καθίσματα ανυψώνονται για να δημιουργήσουν ένα ενιαίο επίπεδο, οι ηχητικοί ανακλαστήρες μετακινούνται σε ύψος, ενώ η αίθουσα διαθέτει πρόσθετο εξοπλισμό, όπως μεγάφωνα, που αποθηκεύονται στο επίπεδο της οροφής.

Στοιχεία έργου

Αρχιτεκτονική μελέτη: Volker Giencke, Giencke & Company
Στατική μελέτη: Johann Birner
Ακουστική μελέτη: Karlheinz Muller, Muller BBM
Μελέτη φωτισμού: Christian Bartenbach, Bartenbach Lichtlabor
Αρχιτεκτονική τοπίου: Paul Giencke
Εργολαβία: SIA Merks
Τοποθεσία: Πόλη Liepaja, Λετονία
Επιφάνεια: 16.523 m²
Ογκος κτιρίου: 82.400 m³
Φωτογραφίες: Indrikis Sturmanis, Aigars Prusis